Ενα από τα πιό σημαντικά προσκυνήματα πού μπορεί να κάνει κάποιος , είναι και η επίσκεψη στους Αγίους Τόπους , αλλά και το «Θεοβάδιστο» όρος Σινά , το όρος δηλαδή , στην κορυφή του οποίου ο Θεός έδωσε τις πλάκες των εντολών στον Μωϋσή και δια μέσου του Μωϋσή σε όλους τους ανθρώπους και τις φυλές. Και επισφράγισε ο Θεός την επίσκεψή Του στη γή , με το να επιτρέψει στον Μωϋσή να δεί το πίσω μέρος του φωτοειδούς χιτώνα Του , εξ ΄ ού και από τότε το όρος Σινά πήρε το προσωνύμιο «Θεοβάδιστο όρος» , γιατί πάνω στις πέτρες του βάδισε ο Ων , ο Πατήρ , ο Παντοκράτωρ... Ας προσπαθήσουμε νοερά να ακολουθήσουμε το δρόμο πού θα μας οδηγήσει σε κείνα τα μέρη , στα οποία γεννήθηκε ο Μοναχισμός και η Ασκητική. Στα μέρη αυτά ανδρώθηκε η καινούργια τότε πίστη και η έρημος του Σινά εκτός από την άμμο και τους βράχους της , έβγαλε και φύτρωσε και άνθη μυρίπνοα , έβγαλε Μέγα Αντώνιο , Μαρία την Αιγυπτία , Παχώμιο , Αββά Μωϋσή, Ισαάκ τον Σύρο και άλλους αναρίθμητους γνωστούς αλλά και αγνώστους....
Ο επισκέπτης συνήθως φθάνει αεροπορικώς στο Κάϊρο. Για την επίσκεψη στο Νότιο Σινά χρησιμοποιείται στις ημέρες μας κυρίως ο Βορειοδυτικός άξονας, μέσω Καΐρου. Από εκεί ο δρόμος οδηγεί στο ιστορικό Κλύσμα (σημερινό Σουέζ). Επόμενη ιστορική βιβλική θέση στην πορεία για την Ιερά Μονή του Σινά είναι τα Πικρά Ύδατα (σημερινό Ρας Σεντρ), τα οποία όπως αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη , μεταβλήθηκαν από το Μωϋσή σε γλυκά κατά θαυματουργικό τρόπο. Στη συνέχεια από τον ασκητικό χώρο της Αμπού Σαμίνα και την κοιλάδα του Ουάντι Γαράντιλι, παραδοσιακό χώρο μεταφοράς οικοδομικών υλικών, ο δρόμος οδηγεί στη διασταύρωση του Αμπού Ρεϊντές χώρο ιστορικού φυλακείου και σταθμού καραβανιών. Από τη σημείο αυτό ο δρόμος διχάζεται. Προς το Νότο οδηγεί στην παραθαλάσσια πόλη της Ραϊθώ (σημερινό Ελ Τορ) με το ιστορικό Σιναϊτικό Μετόχι. Η Ραϊθώ (Ελ Τορ) είναι παλαιό λιμάνι των Φοινίκων στην Ερυθρά Θάλασσα. Στη γλώσσα τους σήμαινε 'Τόπος Καρπών" λόγω των πολλών φοινικοδένδρων. Σήμερα είναι η πρωτεύουσα του Νοτίου Σινά, στην οποία κατοικεί και μικρό ποίμνιο Ελληνοορθοδόξων Χριστιανών πού ανήκουν πνευματικά στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Σινά. Πρόκειται για το μέρος όπου ο Μωυσής με τους Ισραηλίτες βρήκαν τα εβδομήκοντα στελέχη των Φοινίκων και τις Δώδεκα Πηγές (Εξ. ΙΕ'27). Από τον 4ο αιώνα η πόλη έγινε Χριστιανική. Σήμερα υπάρχουν τα ερείπια της Μονής που έκτισε εδώ ο Ιουστινιανός, της περίφημης Λαύρας της Ραϊθώ, καθώς και το εν λειτουργία Μετόχι της Μονής με το Ναό του Αγίου Γεωργίου. Στη Λαύρα της Ραϊθώ περί το 373 ή 378 μ.Χ. σφαγιάσθηκαν από τους Βλέμμυες , κάποια φυλή άγριων Βεδουϊνων, 40 Μοναχοί εκ των οποίων γνωρίζουμε τα ονόματα μόνον των επτά. Ο Άγιος Ιωάννης «της Κλίμακος» συνέταξε στο Σπήλαιό του το κείμενο της Κλίμακος του μετά από αίτηση του ομώνυμου Ηγουμένου της ίδιας Λαύρας. Στη θέση που συνάντησαν οι Ισραηλίτες και ο Μωυσής τα στελέχη των εβδομήκοντα φοινίκων και τις Πηγές σήμερα υπάρχει ανακαινισμένο Κάθισμα (Χαμάμ Μούσα) και κήπος με φοινικόδενδρα. Στα Δυτικά ιδίως παράλια της ίδιας περιοχής υπάρχουν μερικά παλαιά ασκητήρια που φέρουν έντονα τα σημάδια του χρόνου...
Αφήνοντας πίσω μας τη Ραϊθώ φθάνουμε εν συνεχεία στο σύγχρονο θέρετρο του Sharm el Seich. Προς τα Νοτιοανατολικά ο δρόμος ανηφορίζει στον ορεινό όγκο του Νοτίου Σινά. Παρά το όρος Σερμπάλ ο δρόμος διέρχεται από την Όαση της Φαράν , όπου το ομώνυμο Σιναϊτικό Ησυχαστήριο. Η Όαση Φαράν υπήρξε από τον 4ον αιώνα το μεγαλύτερο Χριστιανικό κέντρο στη χερσόνησο του Σινά και έδρα Επισκόπου. Σήμερα διασώζονται τα ερείπια της παλαιάς επισκοπικής πεντάκλιτης Βασιλικής, όπου πλησίον της σήμερα λειτουργεί Γυναικείο Ησυχαστήριο και μικρό ιατρείο για τους Βεδουΐνους της περιοχής. Το Ησυχαστήριο ευρίσκεται μέσα σε ένα ευφορότατο κήπο, κυριολεκτικά μια όαση , όπου και ο Ναός του Προφήτου Μωυσέως με εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη από την ερειπωμένη παρακείμενη Βασιλική. Στον ίδιο χώρο υπάρχουν τα Παρεκκλήσια της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Κοιμητηρίου) και των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού όπου και διασώζεται αξιόλογη κτητορική επιγραφή. Από δεκαετίες η Μονή, με πολλές οικονομικές θυσίες, χρηματοδοτεί ανασκαφές, με την έγκριση και εποπτεία της Αιγυπτιακής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, από τις οποίες έχουν αποκαλυφθεί Ανατολικά του Ησυχαστηρίου τμήματα της παλαιοχριστιανικής πόλης της Φαράν και επτά ναοί χρονολογούμενοι από τον 5ο έως τον 7ο αιώνα.
Είκοσι πέντε περίπου χιλιόμετρα πριν από τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης και σε απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων από το ομώνυμο χωριό των Βεδουΐνων της φυλής των Γκεμπελία, ευρίσκεται το μικρό ησυχαστήριο της Τάρφας. Κατά τα παλαιότερα χρόνια οι προσκυνητές έφθαναν στη Μονή κυρίως από τη Βορειοανατολική πλευρά της Χερσονήσου, ερχόμενοι από τα Ιεροσόλυμα, δια της παλαιάς Ιόππης (σημερινής Γιάφας), ή μέσω Γάζας, ακόμη δε και μέσω της Τάμπας από την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία ή από την πλευρά του Νότου μέσω της Ραϊθώ. Κατά τη σιναϊτική παράδοση η ευρύτερη περιοχή της Τάρφας συνδέεται με τη βιβλική περιοχή Ραφιδίν. Χαρακτηριστικό του Ησυχαστηρίου της Τάρφας είναι η τέλεια περιβαλλοντική ένταξη των μικρών εγκαταστάσεών του στο γύρω γρανιτώδες τοπίο.
Πλησιάζοντας στην Μονή της Αγίας Αικατερίνης , ξαφνικά το τοπίο αλλάζει. Τους χαμηλούς αμμόλοφους διαδέχεται ένα επιβλητικό σύμπλεγμα βράχων , πού προβάλλει ξαφνικά στα αριστερά μας και ένα ρίγος διαπερνά τη σπονδυλική μας στήλη. Είναι το Ορος Σινά και στους πρόποδές του , δεσπόζει το εξ΄ίσου επιβλητικό Κάστρο του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας , η ιερά Μονη Αγίας Αικατερίνης.Η Μονή ιδρύθηκε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄(527 -565 μ.Χ.) . Ο ναός της Μονής και οι γύρω απ΄αυτόν εγκαταστάσεις κτίστηκαν από τον αρχιτέκτονα Στέφανο στο χώρο, όπου βρισκόταν το φρέαρ του Ιοθόρ και όπου ο προφήτης Μωϋσής είδε την φλεγόμενη βάτο , η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα. Το Καθολικό , δηλαδή ο κυρίως ναός της Μονής τιμάται στο όνομα της Θεοτόκου, αλλά και στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος . Ομως μετά την μετακομιδή του λειψάνου της Αγίας Αικατερίνης στο Ιερό Βήμα του Καθολικού της μονής (9ος αι.) , τιμάται και στο όνομα της Αγίας Αικατερίνης, έκτοτε δε η μονή γνωρίζεται και αναφέρεται ως Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Ο Ιουστινιανός οχύρωσε τη Μονή και εγκατέστησε κοντά της 200 οικογένειες Ελλήνων. Λέγεται ότι απόγονοι αυτών είναι τα μέλη της φυλής Γκεμπαλία ή Σουμπιάν των Βεδουϊνων φυλάκων της Μονής , οι οποίοι έχουν ανοιχτόχρωμο δέρμα και μάτια σε αντίθεση με τις υπόλοιπες φυλές Βεδουίνων του Σινά... Η μεγάλη ακμή της Μονής τοποθετείται από την ίδρυσή της μέσα 6ου αι. μέχρι και τα μέσα του 7ου αι. Κατά τον 7ο αι. κατά την εξάπλωση των Αράβων οι Σιναϊτες μοναχοί έλαβαν από τον Μωάμεθ έγγραφη Διαθήκη που κατοχύρωνε την ελευθερία και την απρόσκοπτη λειτουργία της Μονής, που σεβάστηκαν οι μετέπειτα ηγεμόνες. Μετόχια της Μονής ιδρύθηκαν σε όλες τις ορθόδοξες χώρες. Στη βιβλιοθήκη της βρίσκονται περί τους 3.500 σπουδαίους χειρόγραφους κώδικες, πολλά βιβλία και αρχέτυπα. Ως Βασιλική Μονή ο εκάστοτε ηγούμενός της φέρει τον τίτλο "Επίσκοπος του Σινά", αλλά και αυτόν του "Αρχιεπισκόπου Σινά, Φαράν και Ραϊθώ".
Σημείο αφετηρίας των εντός των τειχών εγκαταστάσεις της Ιεράς Μονής Σινά αποτελούν οι ιστορικές θέσεις του Φρέατος του Μωυσέως και της Αγίας Βάτου και το Φρούριο του Ιουστινιανού πού στάθηκε το τελικό όριο για την περιτείχισή τους. Στον περιβάλλοντα χώρο εκτός του κύριου συγκροτήματος της Μονής υπάρχουν ο Κήπος, το Κοιμητήριο, το Οστεοφυλάκιο και άλλοι βοηθητικοί χώροι. Από την ίδια περιοχή ξεκινούν μονοπάτια που οδηγούν στην Αγία Κορυφή του Όρους Χωρήβ και στα όρη της Αγίας Επιστήμης και της Αγίας Αικατερίνης. Πλήθος Σιναϊτικών Προσκυνημάτων, Μετοχίων και Ασκητικών Καθισμάτων (μικρές μοναστικές εγκαταστάσεις Ασκητών), ευρίσκονται πλησίον της Μονής και ευρύτερα στον ορεινό χώρο που την περιβάλλει και εν γένει στην ευρύτερη περιοχή του Νοτίου Σινά. Αρκετά Σιναϊτικά Μετόχια υπάρχουν επίσης και εκτός του χώρου της Χερσονήσου του Σινά.
Στη Βόρεια πλευρά του Καθολικού της Μονής στην περιοχή του Σκευοφυλακίου διατηρείται ως σήμερα το Φρέαρ στο οποίο ο Μωυσής κατά την Αγία Γραφή (΄Εξ.2.15-22) συνάντησε τις επτά θυγατέρες του Ιοθώρ και τις βοήθησε στο πότισμα των προβάτων τους. Τρεις χιλιάδες τετρακόσια χρόνια μετά (!), η Μονή χρησιμοποιεί εν μέρει ακόμη το ίδιο Φρέαρ εξασφαλίζοντας οικονομία ύδρευσης. Από τις αρχές του 20ου αιώνα η άντληση του νερού λαμβάνεται με χειροκίνητη μηχανική αντλία κατασκευασμένη μάλλον στο Κάιρο.
Βγιάνοντας από τη Βορεινή πύλη της Μονής παίρνουμε το μονοπάτι για την Αγία Κορυφή. Η Αγία Κορυφή ή το Όρος του Μωυσέως (Gebel Mousa), είναι ο ιερός τόπος όπου ο Μωυσής έλαβε από τον Θεό το Νόμο και συνομίλησε επανειλημμένα με Αυτόν. Έχει ύψος 2.240 μέτρων και απέχει από τη Μονή δύο ώρες περίπου με τα πόδια. Η προσέγγιση στο χώρο γίνεται ως ένα σημείο και με καμήλες τις οποίες οδηγούν Βεδουίνοι. Υπάρχουν δύο δρόμοι προς την Αγία Κορυφή. Ο παραδοσιακός αποτελείται από 3.750 περίπου πέτρινα σκαλοπάτια. Ο άλλος είναι ομαλός, περιφερειακός δρόμος φτιαγμένος κατά τον 19ο αιώνα από τον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Αμπάς Πασά Α΄, ο οποίος στο τελευταίο του τμήμα για την Αγία Κορυφή έχει 750 πέτρινα σκαλοπάτια. Συνήθως η ανάβαση στην Αγία Κορυφή γίνεται κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, προ της Ανατολής του Ηλίου, ώστε οι προσκυνητές να βλέπουν την υπέροχη θέα της Ανατολής. Ο ουρανός είναι τόσο καθαρός ώστε και το φως του φεγγαριού είναι αρκετό για μια νυκτερινή πορεία. Η ιστορία της Αγίας Κορυφής και η ευλάβεια των προσκυνητών ανά τους αιώνες αποτυπώνεται στο Παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος, τα Σπήλαια του Μωυσέως, τα Ερείπια της Βασιλικής του Ιουστινιανού και το Παλαιό Τέμενος.
Κατά την άνοδο προς την Αγία Κορυφή και σε υψόμετρο 950 μέτρων περίπου, σε μικρή κοιλάδα που αναπτύσσεται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους, υπάρχει το παρεκκλήσιο του προφήτη Ηλία.
Όπως αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, ο προφήτης Ηλίας (εξακόσια περίπου χρόνια αργότερα από το Μωυσή) καταδιωγμένος από την Ιεζάβελ κατέφυγε στο Χωρήβ και κατέλυσε σε σπήλαιο, όπου ο Θεός τον εμψύχωσε μέσα από την παρηγορία της θεοπτίας: μολονότι εγένετο. ο Θεός δεν βρισκόταν ούτε στον ανεμοστρόβιλο, ούτε στον σεισμό, ούτε στο πυρ, αλλά στην αύρα του ανέμου , «ως πνεύμα διασυρίζον» , όπως αναφέρεται στη Γραφή.
Ήδη από τον 6ο αιώνα αναφέρεται το προσκύνημα του «Αγίου Ηλία» στο Χωρήβ, στην ανάβαση προς την Αγία Κορυφή, το δε μικροσκοπικό σπήλαιο του προφήτου ευρίσκεται στο ιερό βήμα του εκεί παρεκκλησίου.
Στα δυτικά του συγκροτήματος των παρεκκλησίων υπάρχει μικρός κήπος, όπου θάλλει υπεραιωνόβιο κυπαρίσσι, γνωστό από χαρακτικά σχέδια και περιγραφές προσκυνητών των τελευταίων αιώνων.Ας μεταφερθούμε όμως και πάλι νοερά στη βόρεια πύλη του Μοναστηριού και ας προσπαθήσουμε να ζήσουμε την ανάβαση ...
Ηδη οι Βεδουίνοι μας πλησιάζουν και με παντοίους τρόπους , προσπαθούν να μας πείσουν να ανέβουμε στις καμήλες για να μας μεταφέρουν σχετικά ξεκούραστα μέχρις ενός σημείου. Σε λίγο , βρισκόμαστε σκαρφαλωμένοι στην πλάτη του «πλοίου της ερήμου» , της καμήλας δηλαδή και η ανάβαση αρχίζει. Ο Βεδουίνος δίπλα μας , ακολουθεί με τα πόδια.... Πολλές φορές πάει και πιό γρήγορα από την καμήλα. Μετά από λίγα λεπτά , στρέφοντας το κεφάλι μας πίσω βλέπουμε το Μοναστήρι να στέκεται εκεί αγέρωχο σε πείσμα των αιώνων και κατα κάποιο τρόπο να μας ενθαρρύνει για τη συνέχεια. Οσο ανεβαίνουμε , τόσο το τοπίο γίνεται και πιό ξερό και πιό αφιλόξενο. Εδώ δεν φυτρώνει ούτε χορτάρι , ούτε καν βρύα , είναι ένα τοπίο σεληνιακό θα έλεγα. Αν και ξεκινήσαμε βράδυ για την ανάβασή μας , το έντονο κόκκινο χρώμα της πέτρας αντνακλά τις αχτίδες της σελήνης…
Φθάνουμε στο σημείο , όπου το μονοπάτι γίνεται κλιμακωτό και οι καμήλες δε μπορούν πιά να το ανεβούν. Από εκείνο το σημείο θέλουμε περίπου μία ώρα για την Αγία Κορυφή , μία ώρα κυριολεκτικού σκαρφαλώματος και η φαντασία μας μας μεταφέρει αρκετές χιλιάδες χρόνια πρίν , όταν ένας άνθρωπος σκαρφάλωνε με αγωνία αυτές τις ίδιες πετρες , αγωνία για το λαό του και την σωτηρία του , αγωνία όμως και για τη συνάντηση με Εκείνον , πού ανθρώπινο μάτι δεν είχε ξαναδεί....
Περνάμε μέσα από αιώνιους πάγους , δηλαδή σημεία που δεν τα βλέπει ο ήλιος και το χιόνι δε λυώνει ποτέ και τελικά σε ύψος 2.240 μέτρων πατάμε με τα πόδια μας την Αγία Κορυφή... Μπαίνουμε στο εκκλησάκι με ευλάβεια και αφού ανάβουμε λίγα καντήλια και κεράκια , ο ιερέας «βάζει Ευλογητό» , για να κάνουμε Εσπερινό και Παράκληση και αισθανόμαστε ότι είμαστε μεταξύ ουρανού και γής και ίσως από εδώ ο Κύριος να ακούει καθαρότερα την ευχή και την προσευχή μας... Καθώς τα τροπάρια της παράκλησης διαδέχονται το ένα το άλλο , και οι φωνές μας ακούγονται χαμηλά και κατανβυκτικά να ψάλλουν , θαρρείς πώς ακούμε και μια βαρειά φωνή να συμψάλλει μαζί μας , ίσως νάναι εκείνη του θεόπτη Μωϋσή , ή του Προφήτη Ηλία... Τελειώνοντας η Ακολουθία , βγαίνουμε από το εκκλησάκι και απέναντί μας στην Ανατολή , ένας τεράστιος δίσκος έχει ήδη σηκωθεί , είναι ο Ηλιος πού ξεκινάει και πάλι το ταξίδι του από την Ανατολή στη Δύση , μας θυμίζει όμως και τον Ηλιο της Δικαιοσύνης , το Χριστός που ανατέλλει στο στερέωμα και μας θυμίζει ότι όλα αυτά έγιναν για να προετοιμαστεί η έλευσή Του στη γή και η συνανύψωση του πεσμένου ανθρώπου , όχι πλέον μόνο στα 2.240 μέτρα της Αγίας Κορυφής , αλλά στα ατέλειωτα και απάτητα ύψη της Βασιλείας Του..... Αμήν. Γένοιτο
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΟΥΜΠΕΣΗ
ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ Ι.Ν. ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΒΟΥΛΑ

